17/11/12

Το Πολυτεχνείο ζητά δικαίωση


Φορούσαμε χαμηλοκάβαλα παντελόνια με καμπάνα, τα πουκάμισά μας ήταν στενά και τα μαλλιά μας μακριά, όσο επέτρεπε τότε ο κάθε γυμνασιάρχης.
Κάθε φορά στον έλεγχο των… μαλλιών μας τα λακ των μαμάδων μας τέλειωναν περιέργως…


Μερικοί, κυρίως όσοι είχαμε αριστερούς ή «δημοκράτες» γονείς, ακούγαμε ξένους σταθμούς, μέσα σε παράσιτα, γυρνώντας την κεραία πέρα-δώθε, μπας και πιάσουμε καλό σήμα.

Τα ξένα τραγούδια της μόδας ερχόντουσαν με καθυστέρηση.  Τα «άλλα» έφταναν σε κασέτες που έπαιζαν και ξανάπαιζαν…

Πηγαίναμε στο φροντιστήριο, εκεί στην Κάνιγγος, προετοιμασία για το πανεπιστήμιο. Διάβασμα, γυμνάσιο, φροντιστήριο, φαγητό και ύπνο.

Βιβλία δεν κυκλοφορούσαν πολλά. Οι εφημερίδες με λογοκρισία. Την έλλειψη ελευθερίας όμως την αισθανόσουν στο πετσί σου. Εκεί, όταν έβλεπες τις ειδήσεις και ήθελες να βρίσεις. Ήξερες πως μπορούσες να το κάνεις μόνον όταν ήσουν με φίλους…

Σε πήγαιναν στην Εκκλησία με το «έτσι θέλω». Σε πήγαιναν επίσης για επίσημες υποδοχές ξένων ή στο Στάδιο. Παρελάσεις και Γυμναστικές επιδείξεις. Εμείς απαντούσαμε με πάρτι όμως που προετοιμάζαμε δεκαπέντε μέρες πριν. Τότε που αλλάζαμε τις λάμπες στο σπίτι και βάζαμε κόκκινες, μπλε, πράσινες, πορτοκαλί.
Τότε που σερβίραμε βερμούτ και αλλάζαμε δίσκους στο πικ-απ!

Ένα πιάτο φαί το είχες, ήξερες όμως πως αυτό δεν ήταν ποιότητα ζωής. Έβλεπες αυτό το ασκέρι στην εξουσία και έλεγες, «αυτό δεν είναι χώρα, δεν είναι δημοκρατία».
Που να ‘ξερες τότε πως η δημοκρατία δεν  είναι ούτε η γραβάτα του αστού πολιτικού...
Οι μεγάλοι το ΄ξεραν, τα ‘χαν ζήσει. Εμείς όμως… μεσάνυκτα!

Κάποια στιγμή τότε ακούστηκε και ο σταθμός. Αυτή η απελπισμένη φωνή που ζητούσε βοήθεια.
Και πήγαμε όλοι. Με τα βιβλία στο σακίδιο φτάσαμε στους δρόμους πίσω από το Πολυτεχνείο. Όλοι από το φροντιστήριο. Η Γιώτα, η Ρούλα, ο Κώστας και ‘γω. Μπορεί να ήταν και ο Παναγιώτης που ήθελε να γίνει δημόσιος υπάλληλος, δεν θυμάμαι.

Τρεις μέρες κράτησε και είμαστε εκεί. Δεν μας άφηναν να μπούμε μέσα γιατί είμαστε «μικρά» ακόμα. Μαθητές της τελευταίας τάξης.
Βρήκαμε όμως τρόπο να βοηθήσουμε.

Γυρίζαμε όλη τη γειτονιά, εκεί γύρω στα Εξάρχεια και ανεβαίναμε στα σπίτια. Ζητούσαμε βοήθεια για τους φοιτητές. Τρόφιμα, κεριά, τσιγάρα...
Όλοι έδιναν! ΟΛΟΙ!

Μόνον ένα σπίτι θυμάμαι που δεν μας έδωσε τίποτα, ήταν όμως ευγενείς. Τελευταίος όροφος, άνοιξε η υπηρέτρια. Φύγαμε με άδεια χέρια.

Θυμάμαι αντίθετα, μια κυρία με ένα κουτί μπογιάς στο χέρι. Έβαφε την κουζίνα της. Με το πινέλο μας έδειχνε που είχε κάτι φρυγανιές, κάποια κονσέρβα. «Πάρτε τα, πάρτε τα!!!»
Και ήταν στεναχωρημένη που δεν είχε άλλα..
Τους τα δίναμε από την πλαϊνή είσοδο, εκείνη στο Μουσείο.

Μερικές φορές αισθανόμαστε κάποιον από πίσω μας. Δεν μας ενόχλησε όμως ποτέ. Απλά ακολουθούσε.

Κάτω στην Πατησίων ο κόσμος όλο και περισσότερος. Τα αυτοκίνητα, τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ έφευγαν με σημειώματα… Οι οδηγοί τα άφηναν πάνω στο παρμπρίζ και έκαναν το γύρο της Αθήνας.
«Κάτω η χούντα», περιπαικτικά, επαναστατικά.

Βρέθηκα μπροστά στην πύλη. Ο χώρος μου ήταν οικείος. Έκανα για χρόνια μαθήματα Ιταλικών απέναντι, στο Casa d’ Italia.

Πιστεύαμε πως κάτι αλλάζει, φωνάζαμε, είμαστε χαρούμενοι, σε έξαψη, όταν ακούσαμε τις σειρήνες των ασθενοφόρων. Λίγες στιγμές αργότερα αισθανθήκαμε και το πρώτο κάψιμο στη μύτη, στα μάτια στο λαιμό μου.
Ζήτησα βοήθεια στη Σχολή μου. Μου την αρνήθηκαν.

Ο κόσμος αραίωνε και έτρεχε ενώ οι φοιτητές παρέμεναν στα κάγκελα του Πολυτεχνείου.
Μερικοί έδιναν γιατροσόφια για τα δακρυγόνα.
Ανέβηκα προς την Αλεξάνδρας όπου κάποια στιγμή με πήρε ένα αυτοκίνητο προς τους Αμπελόκηπους…

Μπαίνοντας στο σπίτι άκουσα και πάλι τον σταθμό…
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο…»
Όχι για πολύ…
Η μέρα δεν είχε ξημερώσει για όλους...

Το Πολυτεχνείο δεν είναι άτομα. Δεν είναι «η Μεταπολίτευση».
Το Πολυτεχνείο είναι η «ιδέα», ο αγώνας ενός λαού να παραμείνει ελεύθερος και αξιοπρεπής.

Υ.Γ. κάθε φορά που σκέφτομαι το Πολυτεχνείο, πάντα βουρκώνουν τα μάτια μου. Σήμερα, ίσως περισσότερο.
του Γιώργου Λοβέρδου

Πηγή: http://topontiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου